|
Αβδέλα
|
Βδέλλα
|
βδάλλω = αρμέγω
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |
|
αγγόνι (το)
|
ο εγγονός , η εγγονή
|
<εγγονός<εκ+γόνος
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |
|
αγκομαχάω
|
λαχανιάζω, "φουσκώνω"
|
<αγκώνω<ογκώνω(=φουσκώνω)+μαχώ
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
αγκρουμάζουμαι
|
ακούω με προσοχή, στήνω αυτί
|
<ακροώμαι
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |
|
αγραπίδι και αγραπιδιά
|
άγριο αχλάδι και το δέντρο άγρια αχλαδιά
|
<άγριο + απίδι<άπιον
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |
|
αγρασκελιά
|
δρασκελιά
|
<δρασκελώ<δρασκελίζω, δράμω(=τρέχω)
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
αλουπογανίζω
|
χαζεύω, γυρνάω άσκοπα εδώ και κει
|
αλεπού+γυρνάω
|
Νέα Ελληνική
|
View |
|
αλάργα
|
απόμακρα
|
|
Ιταλική
|
View |
|
αμπάρι
|
μεγάλο ξύλινο κασόνι για αποθήκευση σταριού
|
<τουρκ. ampar<περσικ. anbar
|
Τουρκική
|
View |
|
αμποδάω
|
εμποδίζω
|
<επίθ. εμπόδιος (=αυτός που βρίσκεται στα πόδια, που φράζει το δρόμο)
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |
|
αναγούλα
|
αηδία
|
<αναγουλιάζω (=έχω τάση για εμετό)<ανα+ελνστ. γούλα(=λαιμός)
|
Ελληνιστική
|
View |
|
αντάρα
|
φασαρία
|
<μεσν. αντάρα <ανταράσσω <αρχ. αναταράσσω
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
ανταρεύομαι
|
αντιδρώ έντονα, κάνω φασαρία
|
<μεσν. αντάρα
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
αντρομίδι
|
χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα, συνήθως με έντονα χρώματα
|
|
|
View |
|
αράδα
|
σειρά
|
<μεσν. αράδα <πιθ. βεν. arada (=αλετριά)
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
άραχνος
|
ο κακομοίρης, αυτός που δεν έχει τίποτα αισιόδοξο
|
<αραχνιάζω
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
απίστομα, τ΄απίστομα και πίστομα
|
με το στόμα προς τα κάτω, μπρούμυτα
|
<επί +στόμα<επίστομος
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
αργάζω
|
κατεργάζομαι δέρματα, μτφ αργάζω το πετσί-τομάρι κάποιου =τον δέρνω ανελέητα, ταλαιπωρώ
|
<οργάζω(=επεξεργάζομαι, πλάθω)
|
Μεσαιωνική Ελληνική
|
View |
|
αρίδα πληθ. αρίδες
|
το πόδι
έκφραση: τέντωσε την αρίδα του (=ξεκουράζεται, τεμπελιάζει)
|
<αρίς, -ίδος(= χειρουργικό τρυπάνι)
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |
|
αφαλαρίδα
|
φυτό με αγκάθια
|
<φαλαρίς, -ίδος (=ποώδες φυτό)
|
Αρχαία Ελληνική
|
View |