Τοπολαλιά

Page 
 of 21
Record
1
to
20
of
417
Έκφραση
Filter
Ερμηνεία
Filter
Ετυμολογία
Filter
Προέλευση
Filter
Αβδέλα Βδέλλα βδάλλω = αρμέγω Αρχαία Ελληνική View
αγγόνι (το) ο εγγονός , η εγγονή <εγγονός<εκ+γόνος Αρχαία Ελληνική View
αγκομαχάω λαχανιάζω, "φουσκώνω" <αγκώνω<ογκώνω(=φουσκώνω)+μαχώ Μεσαιωνική Ελληνική View
αγκρουμάζουμαι ακούω με προσοχή, στήνω αυτί <ακροώμαι Αρχαία Ελληνική View
αγραπίδι και αγραπιδιά άγριο αχλάδι και το δέντρο άγρια αχλαδιά <άγριο + απίδι<άπιον Αρχαία Ελληνική View
αγρασκελιά δρασκελιά <δρασκελώ<δρασκελίζω, δράμω(=τρέχω) Μεσαιωνική Ελληνική View
αλουπογανίζω χαζεύω, γυρνάω άσκοπα εδώ και κει αλεπού+γυρνάω Νέα Ελληνική View
αλάργα απόμακρα Ιταλική View
αμπάρι μεγάλο ξύλινο κασόνι για αποθήκευση σταριού <τουρκ. ampar<περσικ. anbar Τουρκική View
αμποδάω εμποδίζω <επίθ. εμπόδιος (=αυτός που βρίσκεται στα πόδια, που φράζει το δρόμο) Αρχαία Ελληνική View
αναγούλα αηδία <αναγουλιάζω (=έχω τάση για εμετό)<ανα+ελνστ. γούλα(=λαιμός) Ελληνιστική View
αντάρα φασαρία <μεσν. αντάρα <ανταράσσω <αρχ. αναταράσσω Μεσαιωνική Ελληνική View
ανταρεύομαι αντιδρώ έντονα, κάνω φασαρία <μεσν. αντάρα Μεσαιωνική Ελληνική View
αντρομίδι χοντρό μάλλινο υφαντό κλινοσκέπασμα, συνήθως με έντονα χρώματα View
αράδα σειρά <μεσν. αράδα <πιθ. βεν. arada (=αλετριά) Μεσαιωνική Ελληνική View
άραχνος ο κακομοίρης, αυτός που δεν έχει τίποτα αισιόδοξο <αραχνιάζω Μεσαιωνική Ελληνική View
απίστομα, τ΄απίστομα και πίστομα με το στόμα προς τα κάτω, μπρούμυτα <επί +στόμα<επίστομος Μεσαιωνική Ελληνική View
αργάζω κατεργάζομαι δέρματα, μτφ αργάζω το πετσί-τομάρι κάποιου =τον δέρνω ανελέητα, ταλαιπωρώ <οργάζω(=επεξεργάζομαι, πλάθω) Μεσαιωνική Ελληνική View
αρίδα πληθ. αρίδες το πόδι έκφραση: τέντωσε την αρίδα του (=ξεκουράζεται, τεμπελιάζει) <αρίς, -ίδος(= χειρουργικό τρυπάνι) Αρχαία Ελληνική View
αφαλαρίδα φυτό με αγκάθια <φαλαρίς, -ίδος (=ποώδες φυτό) Αρχαία Ελληνική View